Tο Σύμφωνο της Μέκκας αποτελεί τη μεγάλη στρατηγική ευκαιρία του Ιράν
Το Σύμφωνο της Μέκκας δεν είναι απλώς ακόμη μία αμυντική συμφωνία σε μια περιοχή γεμάτη συμμαχίες, αντίπαλα μπλοκ και προσωρινές διευθετήσεις.
Η συμφωνία που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου 2026 η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία δημιουργεί έναν μηχανισμό συλλογικής άμυνας: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Παράλληλα, προβλέπει στενότερο πολιτικοστρατιωτικό συντονισμό, κοινές ασκήσεις και συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία.
Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, δεν είναι μόνο το τι γράφει η συμφωνία.
Είναι το τι αποκαλύπτει για τη νέα Μέση Ανατολή: οι περιφερειακές δυνάμεις αναζητούν όλο και περισσότερο δικά τους εργαλεία ασφάλειας, πέρα από την αποκλειστική εξάρτηση από τις ΗΠΑ.
Από αυτή την άποψη, η Τεχεράνη έχει περισσότερους λόγους να παρακολουθεί το Σύμφωνο με ενδιαφέρον παρά με φόβο.
Η εύκολη ανάγνωση θα ήταν να παρουσιαστεί ως ένας «σουνιτικός άξονας» απέναντι στο Ιράν.
Ωστόσο, οι ίδιες οι κυβερνήσεις των τριών χωρών επιμένουν ότι δεν πρόκειται για θρησκευτικό ή επιθετικό μπλοκ και ότι η συμφωνία δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους.
Ο Recep Tayyip Erdoğan έχει μάλιστα δηλώσει ότι είναι ανοιχτή σε «αδελφές χώρες» που επιδιώκουν ειρήνη και σταθερότητα, ενώ η Αίγυπτος έχει αναφερθεί ως πιθανός μελλοντικός εταίρος.

Η αντίθετη ανάγνωση
Υπάρχει ασφαλώς και η αντίθετη ανάγνωση, την οποία η Τεχεράνη δεν μπορεί να αγνοήσει.
Η συμφωνία υπογράφηκε σε ένα περιβάλλον όπου σαουδαραβικές εγκαταστάσεις και άλλοι στόχοι στον Κόλπο έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με ιρανικά πλήγματα, γεγονός που τροφοδοτεί πραγματικές ανησυχίες ασφαλείας στις μοναρχίες της περιοχής.
Το Reuters περιγράφει τα τρία κράτη ως συμμάχους των ΗΠΑ που ανησυχούν από την εξάπλωση της σύγκρουσης και από ιρανικά πυρά προς πετρελαιοπαραγωγούς του Κόλπου.
Αυτό σημαίνει ότι το Σύμφωνο μπορεί να αποκτήσει αντιϊρανικά χαρακτηριστικά εάν η αντιπαράθεση κλιμακωθεί.
Όμως ακριβώς γι’ αυτό η ψύχραιμη στάση εξυπηρετεί περισσότερο το Ιράν: αφαιρεί από όσους επιδιώκουν έναν σκληρό αντιϊρανικό άξονα το επιχείρημα ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.
Για το Ιράν, αυτή η διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η ιρανική στρατηγική των τελευταίων ετών βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αντίληψη ότι η πραγματική ασφάλεια της περιοχής δεν μπορεί να οικοδομηθεί επ’ αόριστον πάνω σε ξένες στρατιωτικές εγγυήσεις.
Η παρουσία αμερικανικών βάσεων και η εξάρτηση αραβικών κρατών από την Ουάσιγκτον παρουσιάζονται από την Τεχεράνη όχι ως εγγύηση σταθερότητας αλλά ως μηχανισμός που εισάγει τις συγκρούσεις των μεγάλων δυνάμεων μέσα στην ίδια την περιοχή.
Αν λοιπόν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν οικοδομούν μια περισσότερο αυτόνομη περιφερειακή αρχιτεκτονική, αυτό δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην στρατηγική ήττα του Ιράν.
Μπορεί να θεωρηθεί, αντιθέτως, μερική επιβεβαίωση της ιρανικής θέσης ότι η περιφερειακή ασφάλεια πρέπει να γίνει περισσότερο υπόθεση των ίδιων των κρατών της περιοχής.
Αυτή ακριβώς είναι η βασική ανάγνωση που προβάλλεται και από αναλυτές που αντιμετωπίζουν το Σύμφωνο ως δυνητική ευκαιρία για την Τεχεράνη.

Η στρατηγικά ορθολογική στάση του Ιράν
Η μέχρι τώρα αντίδραση του Ιράν ενισχύει αυτή την εκτίμηση.
Η Τεχεράνη δεν έσπευσε να χαρακτηρίσει τη συμφωνία εχθρική.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Esmaeil Baghaei υποστήριξε ότι ένα σχέδιο που λαμβάνει υπόψη τις γεωπολιτικές και ιστορικές πραγματικότητες της περιοχής, είναι περιεκτικό και προσδιορίζει σωστά την απειλή, μπορεί να συμβάλει στην ασφάλεια και να περιορίσει την αποσταθεροποίηση.
Πρόκειται για συνειδητά προσεκτική στάση: το Ιράν αφήνει ανοιχτή την πόρτα, αντί να μετατρέψει μόνο του μια δυνητικά ουδέτερη δομή σε εχθρικό συνασπισμό.
Η επιλογή αυτή είναι στρατηγικά ορθολογική.
Η Τουρκία και το Πακιστάν διαθέτουν βαθιές ιστορικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές σχέσεις με το Ιράν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα συμφέροντά τους ταυτίζονται.
Η Άγκυρα και η Τεχεράνη ανταγωνίζονται σε ορισμένα μέτωπα και συνεργάζονται σε άλλα.
Το Islamabad, επίσης, έχει τις δικές του ισορροπίες.
Όμως ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα δυσκολεύει τη μετατροπή του Συμφώνου σε έναν απλό μηχανισμό περικύκλωσης του Ιράν.
Μια περιφερειακή τάξη στην οποία οι μεσαίες δυνάμεις διαπραγματεύονται μεταξύ τους είναι, από ιρανική σκοπιά, προτιμότερη από μια τάξη όπου ο βασικός αρχιτέκτονας ασφάλειας παραμένει η Ουάσιγκτον.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη γεωπολιτική ειρωνεία: μια συμφωνία που ορισμένοι μπορεί αρχικά να θεωρήσουν απειλή για το Ιράν ενδέχεται τελικά να ενισχύσει έναν από τους μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους της Τεχεράνης — την ανάδυση μιας πιο αυτόνομης και πολυκεντρικής Μέσης Ανατολής.

Ο παράγοντας Ισραήλ
Εδώ εισέρχεται ο παράγοντας Ισραήλ.
Η νέα περιφερειακή πραγματικότητα έχει αυξήσει την ένταση στις σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ, με τη Συρία, τη Γάζα και τον Λίβανο να αποτελούν πεδία όπου οι στρατηγικές τους επιδιώξεις μπορούν να συγκρουστούν.
Το Associated Press επισημαίνει ότι το Σύμφωνο υπογράφεται ενώ οι σχέσεις Άγκυρας και Ισραήλ επιβαρύνονται από πολλαπλές περιφερειακές κρίσεις.
Αυτό έχει τεράστια σημασία για το Ιράν.
Όσο περισσότερα κέντρα ισχύος περιορίζουν την ισραηλινή ελευθερία κινήσεων, τόσο μικρότερη γίνεται η δυνατότητα του Ισραήλ να συγκεντρώνει απρόσκοπτα πολιτικούς, στρατιωτικούς και διπλωματικούς πόρους αποκλειστικά εναντίον της Τεχεράνης.
Η εντεινόμενη στρατηγική αντιπαλότητα Τουρκίας και Ισραήλ μπορεί επομένως, χωρίς να μετατρέψει την Άγκυρα σε σύμμαχο του Ιράν, να προσφέρει στην Τεχεράνη πολύτιμο στρατηγικό χώρο.
Δεν χρειάζεται, άλλωστε, το Ιράν να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία ή την Τουρκία σε συμμάχους για να ωφεληθεί.
Αρκεί να διαμορφωθεί μια πιο πολυκεντρική ισορροπία, στην οποία κανένα κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αντιδράσεις των υπολοίπων.
Εάν ένα διευρυμένο Σύμφωνο της Μέκκας συμπεριλάβει μελλοντικά και την Αίγυπτο, όπως έχει αφήσει ανοιχτό ο Recep Tayyip Erdoğan, τότε το κέντρο βάρους της αραβομουσουλμανικής ασφάλειας θα μετακινηθεί ακόμη περισσότερο προς περιφερειακούς μηχανισμούς.
Για την Τεχεράνη, αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να είναι πολύ πιο διαχειρίσιμη από μια πλήρη επιστροφή σε ένα σύστημα μονομερούς αμερικανικής επιτήρησης.
Μια πιο σύνθετη ισορροπία θα υποχρέωνε επίσης το Ισραήλ να κατανέμει την προσοχή και τους στρατηγικούς του πόρους μεταξύ περισσότερων περιφερειακών ανταγωνισμών αντί να αντιμετωπίζει το Ιράν ως το μοναδικό κέντρο της γεωπολιτικής του στρατηγικής.
Πρόκειται για μια εξέλιξη από την οποία η Τεχεράνη μπορεί να αποκομίσει οφέλη χωρίς να χρειαστεί να κερδίσει ούτε έναν νέο επίσημο σύμμαχο.
Το μεγάλο λάθος για το Ιράν θα ήταν συνεπώς να αντιδράσει σπασμωδικά.

Ο απρόβλεπτος παράγοντας Houthi
Αν αντιμετωπίσει εξαρχής το Σύμφωνο ως εχθρική συμμαχία, θα δώσει στους πιο καχύποπτους κύκλους της Σαουδικής Αραβίας και των άλλων μελών το επιχείρημα που χρειάζονται για να το μετατρέψουν πράγματι σε αντιϊρανικό μηχανισμό. Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους στις διεθνείς σχέσεις: όταν ένα κράτος θεωρεί αναπόφευκτη την εχθρότητα του άλλου, αρχίζει να συμπεριφέρεται με τρόπο που τελικά την καθιστά αναπόφευκτη.
Υπάρχει, βεβαίως, ένα κρίσιμο σημείο τριβής: οι Houthi και η Υεμένη.
Νέες επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων θα μπορούσαν να δοκιμάσουν τα πραγματικά όρια της συλλογικής άμυνας.
Όμως ούτε το Ιράν ούτε τα μέλη του Συμφώνου έχουν προφανές συμφέρον να οδηγήσουν τα πράγματα σε μια τέτοια δοκιμασία.
Το Πακιστάν και η Τουρκία δεν δείχνουν διάθεση να μετατραπούν αυτομάτως σε εκστρατευτικές δυνάμεις για κάθε σαουδαραβική κρίση.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το πιθανότερο είναι να δούμε περισσότερη διπλωματική συνεργασία, αμυντική τεχνολογία και συντονισμό παρά μαζικές στρατιωτικές αναπτύξεις.
Αυτό δημιουργεί χώρο για αποκλιμάκωση αντί για έναν μηχανισμό που θα παράγει αυτομάτως πόλεμο.
Το Ιράν θα μπορούσε να επιδιώξει μια νέα συμφωνία κατανόησης με τη Σαουδική Αραβία για την Υεμένη, αξιοποιώντας την επιθυμία της Άγκυρας και του Ιslamabad να εμφανίζονται ως σταθεροποιητικοί παράγοντες.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα απαιτούσε από το Ιράν να εγκαταλείψει τις περιφερειακές του θέσεις.
Θα απαιτούσε όμως πειθαρχία: περιορισμό ενεργειών που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως άμεση δοκιμή του Συμφώνου και ταυτόχρονα διπλωματική πίεση ώστε ο νέος θεσμός να παραμείνει ανοιχτός και μη αποκλειστικός.

Στρατηγική αυτονομία των τριών
Το σημαντικότερο είναι ότι το Σύμφωνο της Μέκκας αποτυπώνει μια βαθύτερη μετατόπιση.
Η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία δεν εγκαταλείπουν τις παλιές τους σχέσεις, αλλά επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Το Reuters αναφέρει ότι σχεδιάζονται μόνιμοι πολιτικοί και στρατιωτικοί μηχανισμοί, κοινές ασκήσεις και συνεργασία σε μη επανδρωμένα συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο και τεχνητή νοημοσύνη.
Δεν πρόκειται συνεπώς απλώς για μια συμβολική φωτογραφία τριών ηγετών στη Μέκκα, αλλά για την απαρχή θεσμοποίησης μιας νέας περιφερειακής λογικής.
Για το Ιράν, η καλύτερη απάντηση είναι η στρατηγική υπομονή.
Μια Μέση Ανατολή με περισσότερα αυτόνομα κέντρα ισχύος μπορεί να είναι δύσκολη και απρόβλεπτη, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ δυσκολότερο να οργανωθεί σε έναν ενιαίο αντιϊρανικό άξονα.
Εάν η Τεχεράνη αποφύγει την υπερβολική αντίδραση, διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους με τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν και επενδύσει σε μια γλώσσα περιφερειακής ασφάλειας αντί μόνιμης αντιπαράθεσης, μπορεί να μετατρέψει μια φαινομενική απειλή σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Το Σύμφωνο της Μέκκας, συνεπώς, δεν χρειάζεται να γίνει το τείχος που θα υψωθεί απέναντι στο Ιράν. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν από τους μηχανισμούς που θα περιορίσουν τη μονομερή επιβολή ισχύος, θα αυξήσουν την αυτονομία των περιφερειακών κρατών και θα αναγκάσουν όλους τους παίκτες —συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ— να προσαρμοστούν σε μια πιο σύνθετη ισορροπία.
Για την Τεχεράνη, αυτό δεν είναι λόγος πανικού. Είναι μια στρατηγική ευκαιρία: μια ευκαιρία που απαιτεί ψυχραιμία, διπλωματική ευελιξία και κυρίως την αυτοπεποίθηση να αφήσει τον χρόνο και τη νέα πολυκεντρική πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής να εργαστούν υπέρ της.
www.bankingnews.gr
Η συμφωνία που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου 2026 η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία δημιουργεί έναν μηχανισμό συλλογικής άμυνας: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Παράλληλα, προβλέπει στενότερο πολιτικοστρατιωτικό συντονισμό, κοινές ασκήσεις και συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία.
Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, δεν είναι μόνο το τι γράφει η συμφωνία.
Είναι το τι αποκαλύπτει για τη νέα Μέση Ανατολή: οι περιφερειακές δυνάμεις αναζητούν όλο και περισσότερο δικά τους εργαλεία ασφάλειας, πέρα από την αποκλειστική εξάρτηση από τις ΗΠΑ.
Από αυτή την άποψη, η Τεχεράνη έχει περισσότερους λόγους να παρακολουθεί το Σύμφωνο με ενδιαφέρον παρά με φόβο.
Η εύκολη ανάγνωση θα ήταν να παρουσιαστεί ως ένας «σουνιτικός άξονας» απέναντι στο Ιράν.
Ωστόσο, οι ίδιες οι κυβερνήσεις των τριών χωρών επιμένουν ότι δεν πρόκειται για θρησκευτικό ή επιθετικό μπλοκ και ότι η συμφωνία δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους.
Ο Recep Tayyip Erdoğan έχει μάλιστα δηλώσει ότι είναι ανοιχτή σε «αδελφές χώρες» που επιδιώκουν ειρήνη και σταθερότητα, ενώ η Αίγυπτος έχει αναφερθεί ως πιθανός μελλοντικός εταίρος.

Η αντίθετη ανάγνωση
Υπάρχει ασφαλώς και η αντίθετη ανάγνωση, την οποία η Τεχεράνη δεν μπορεί να αγνοήσει.
Η συμφωνία υπογράφηκε σε ένα περιβάλλον όπου σαουδαραβικές εγκαταστάσεις και άλλοι στόχοι στον Κόλπο έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με ιρανικά πλήγματα, γεγονός που τροφοδοτεί πραγματικές ανησυχίες ασφαλείας στις μοναρχίες της περιοχής.
Το Reuters περιγράφει τα τρία κράτη ως συμμάχους των ΗΠΑ που ανησυχούν από την εξάπλωση της σύγκρουσης και από ιρανικά πυρά προς πετρελαιοπαραγωγούς του Κόλπου.
Αυτό σημαίνει ότι το Σύμφωνο μπορεί να αποκτήσει αντιϊρανικά χαρακτηριστικά εάν η αντιπαράθεση κλιμακωθεί.
Όμως ακριβώς γι’ αυτό η ψύχραιμη στάση εξυπηρετεί περισσότερο το Ιράν: αφαιρεί από όσους επιδιώκουν έναν σκληρό αντιϊρανικό άξονα το επιχείρημα ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη.
Για το Ιράν, αυτή η διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η ιρανική στρατηγική των τελευταίων ετών βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αντίληψη ότι η πραγματική ασφάλεια της περιοχής δεν μπορεί να οικοδομηθεί επ’ αόριστον πάνω σε ξένες στρατιωτικές εγγυήσεις.
Η παρουσία αμερικανικών βάσεων και η εξάρτηση αραβικών κρατών από την Ουάσιγκτον παρουσιάζονται από την Τεχεράνη όχι ως εγγύηση σταθερότητας αλλά ως μηχανισμός που εισάγει τις συγκρούσεις των μεγάλων δυνάμεων μέσα στην ίδια την περιοχή.
Αν λοιπόν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν οικοδομούν μια περισσότερο αυτόνομη περιφερειακή αρχιτεκτονική, αυτό δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην στρατηγική ήττα του Ιράν.
Μπορεί να θεωρηθεί, αντιθέτως, μερική επιβεβαίωση της ιρανικής θέσης ότι η περιφερειακή ασφάλεια πρέπει να γίνει περισσότερο υπόθεση των ίδιων των κρατών της περιοχής.
Αυτή ακριβώς είναι η βασική ανάγνωση που προβάλλεται και από αναλυτές που αντιμετωπίζουν το Σύμφωνο ως δυνητική ευκαιρία για την Τεχεράνη.

Η στρατηγικά ορθολογική στάση του Ιράν
Η μέχρι τώρα αντίδραση του Ιράν ενισχύει αυτή την εκτίμηση.
Η Τεχεράνη δεν έσπευσε να χαρακτηρίσει τη συμφωνία εχθρική.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Esmaeil Baghaei υποστήριξε ότι ένα σχέδιο που λαμβάνει υπόψη τις γεωπολιτικές και ιστορικές πραγματικότητες της περιοχής, είναι περιεκτικό και προσδιορίζει σωστά την απειλή, μπορεί να συμβάλει στην ασφάλεια και να περιορίσει την αποσταθεροποίηση.
Πρόκειται για συνειδητά προσεκτική στάση: το Ιράν αφήνει ανοιχτή την πόρτα, αντί να μετατρέψει μόνο του μια δυνητικά ουδέτερη δομή σε εχθρικό συνασπισμό.
Η επιλογή αυτή είναι στρατηγικά ορθολογική.
Η Τουρκία και το Πακιστάν διαθέτουν βαθιές ιστορικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές σχέσεις με το Ιράν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα συμφέροντά τους ταυτίζονται.
Η Άγκυρα και η Τεχεράνη ανταγωνίζονται σε ορισμένα μέτωπα και συνεργάζονται σε άλλα.
Το Islamabad, επίσης, έχει τις δικές του ισορροπίες.
Όμως ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα δυσκολεύει τη μετατροπή του Συμφώνου σε έναν απλό μηχανισμό περικύκλωσης του Ιράν.
Μια περιφερειακή τάξη στην οποία οι μεσαίες δυνάμεις διαπραγματεύονται μεταξύ τους είναι, από ιρανική σκοπιά, προτιμότερη από μια τάξη όπου ο βασικός αρχιτέκτονας ασφάλειας παραμένει η Ουάσιγκτον.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη γεωπολιτική ειρωνεία: μια συμφωνία που ορισμένοι μπορεί αρχικά να θεωρήσουν απειλή για το Ιράν ενδέχεται τελικά να ενισχύσει έναν από τους μακροχρόνιους στρατηγικούς στόχους της Τεχεράνης — την ανάδυση μιας πιο αυτόνομης και πολυκεντρικής Μέσης Ανατολής.
Ο παράγοντας Ισραήλ
Εδώ εισέρχεται ο παράγοντας Ισραήλ.
Η νέα περιφερειακή πραγματικότητα έχει αυξήσει την ένταση στις σχέσεις Τουρκίας και Ισραήλ, με τη Συρία, τη Γάζα και τον Λίβανο να αποτελούν πεδία όπου οι στρατηγικές τους επιδιώξεις μπορούν να συγκρουστούν.
Το Associated Press επισημαίνει ότι το Σύμφωνο υπογράφεται ενώ οι σχέσεις Άγκυρας και Ισραήλ επιβαρύνονται από πολλαπλές περιφερειακές κρίσεις.
Αυτό έχει τεράστια σημασία για το Ιράν.
Όσο περισσότερα κέντρα ισχύος περιορίζουν την ισραηλινή ελευθερία κινήσεων, τόσο μικρότερη γίνεται η δυνατότητα του Ισραήλ να συγκεντρώνει απρόσκοπτα πολιτικούς, στρατιωτικούς και διπλωματικούς πόρους αποκλειστικά εναντίον της Τεχεράνης.
Η εντεινόμενη στρατηγική αντιπαλότητα Τουρκίας και Ισραήλ μπορεί επομένως, χωρίς να μετατρέψει την Άγκυρα σε σύμμαχο του Ιράν, να προσφέρει στην Τεχεράνη πολύτιμο στρατηγικό χώρο.
Δεν χρειάζεται, άλλωστε, το Ιράν να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία ή την Τουρκία σε συμμάχους για να ωφεληθεί.
Αρκεί να διαμορφωθεί μια πιο πολυκεντρική ισορροπία, στην οποία κανένα κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις αντιδράσεις των υπολοίπων.
Εάν ένα διευρυμένο Σύμφωνο της Μέκκας συμπεριλάβει μελλοντικά και την Αίγυπτο, όπως έχει αφήσει ανοιχτό ο Recep Tayyip Erdoğan, τότε το κέντρο βάρους της αραβομουσουλμανικής ασφάλειας θα μετακινηθεί ακόμη περισσότερο προς περιφερειακούς μηχανισμούς.
Για την Τεχεράνη, αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να είναι πολύ πιο διαχειρίσιμη από μια πλήρη επιστροφή σε ένα σύστημα μονομερούς αμερικανικής επιτήρησης.
Μια πιο σύνθετη ισορροπία θα υποχρέωνε επίσης το Ισραήλ να κατανέμει την προσοχή και τους στρατηγικούς του πόρους μεταξύ περισσότερων περιφερειακών ανταγωνισμών αντί να αντιμετωπίζει το Ιράν ως το μοναδικό κέντρο της γεωπολιτικής του στρατηγικής.
Πρόκειται για μια εξέλιξη από την οποία η Τεχεράνη μπορεί να αποκομίσει οφέλη χωρίς να χρειαστεί να κερδίσει ούτε έναν νέο επίσημο σύμμαχο.
Το μεγάλο λάθος για το Ιράν θα ήταν συνεπώς να αντιδράσει σπασμωδικά.

Ο απρόβλεπτος παράγοντας Houthi
Αν αντιμετωπίσει εξαρχής το Σύμφωνο ως εχθρική συμμαχία, θα δώσει στους πιο καχύποπτους κύκλους της Σαουδικής Αραβίας και των άλλων μελών το επιχείρημα που χρειάζονται για να το μετατρέψουν πράγματι σε αντιϊρανικό μηχανισμό. Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους στις διεθνείς σχέσεις: όταν ένα κράτος θεωρεί αναπόφευκτη την εχθρότητα του άλλου, αρχίζει να συμπεριφέρεται με τρόπο που τελικά την καθιστά αναπόφευκτη.
Υπάρχει, βεβαίως, ένα κρίσιμο σημείο τριβής: οι Houthi και η Υεμένη.
Νέες επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων θα μπορούσαν να δοκιμάσουν τα πραγματικά όρια της συλλογικής άμυνας.
Όμως ούτε το Ιράν ούτε τα μέλη του Συμφώνου έχουν προφανές συμφέρον να οδηγήσουν τα πράγματα σε μια τέτοια δοκιμασία.
Το Πακιστάν και η Τουρκία δεν δείχνουν διάθεση να μετατραπούν αυτομάτως σε εκστρατευτικές δυνάμεις για κάθε σαουδαραβική κρίση.
Αναλυτές εκτιμούν ότι το πιθανότερο είναι να δούμε περισσότερη διπλωματική συνεργασία, αμυντική τεχνολογία και συντονισμό παρά μαζικές στρατιωτικές αναπτύξεις.
Αυτό δημιουργεί χώρο για αποκλιμάκωση αντί για έναν μηχανισμό που θα παράγει αυτομάτως πόλεμο.
Το Ιράν θα μπορούσε να επιδιώξει μια νέα συμφωνία κατανόησης με τη Σαουδική Αραβία για την Υεμένη, αξιοποιώντας την επιθυμία της Άγκυρας και του Ιslamabad να εμφανίζονται ως σταθεροποιητικοί παράγοντες.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα απαιτούσε από το Ιράν να εγκαταλείψει τις περιφερειακές του θέσεις.
Θα απαιτούσε όμως πειθαρχία: περιορισμό ενεργειών που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως άμεση δοκιμή του Συμφώνου και ταυτόχρονα διπλωματική πίεση ώστε ο νέος θεσμός να παραμείνει ανοιχτός και μη αποκλειστικός.

Στρατηγική αυτονομία των τριών
Το σημαντικότερο είναι ότι το Σύμφωνο της Μέκκας αποτυπώνει μια βαθύτερη μετατόπιση.
Η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία δεν εγκαταλείπουν τις παλιές τους σχέσεις, αλλά επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Το Reuters αναφέρει ότι σχεδιάζονται μόνιμοι πολιτικοί και στρατιωτικοί μηχανισμοί, κοινές ασκήσεις και συνεργασία σε μη επανδρωμένα συστήματα, ηλεκτρονικό πόλεμο και τεχνητή νοημοσύνη.
Δεν πρόκειται συνεπώς απλώς για μια συμβολική φωτογραφία τριών ηγετών στη Μέκκα, αλλά για την απαρχή θεσμοποίησης μιας νέας περιφερειακής λογικής.
Για το Ιράν, η καλύτερη απάντηση είναι η στρατηγική υπομονή.
Μια Μέση Ανατολή με περισσότερα αυτόνομα κέντρα ισχύος μπορεί να είναι δύσκολη και απρόβλεπτη, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ δυσκολότερο να οργανωθεί σε έναν ενιαίο αντιϊρανικό άξονα.
Εάν η Τεχεράνη αποφύγει την υπερβολική αντίδραση, διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους με τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν και επενδύσει σε μια γλώσσα περιφερειακής ασφάλειας αντί μόνιμης αντιπαράθεσης, μπορεί να μετατρέψει μια φαινομενική απειλή σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Το Σύμφωνο της Μέκκας, συνεπώς, δεν χρειάζεται να γίνει το τείχος που θα υψωθεί απέναντι στο Ιράν. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν από τους μηχανισμούς που θα περιορίσουν τη μονομερή επιβολή ισχύος, θα αυξήσουν την αυτονομία των περιφερειακών κρατών και θα αναγκάσουν όλους τους παίκτες —συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ— να προσαρμοστούν σε μια πιο σύνθετη ισορροπία.
Για την Τεχεράνη, αυτό δεν είναι λόγος πανικού. Είναι μια στρατηγική ευκαιρία: μια ευκαιρία που απαιτεί ψυχραιμία, διπλωματική ευελιξία και κυρίως την αυτοπεποίθηση να αφήσει τον χρόνο και τη νέα πολυκεντρική πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής να εργαστούν υπέρ της.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών